απλυμο
Anthologica Universe Atlas / Universes / Context 34 / Weyötiss / Λεχσικον το Ϝεͱο̨τισς / απλυμο

απλυμο, /ap.lu.mɔ/, v. 1. I turn away, turn from
2. I leave

inflection: απλυμο, απλυσηο, απελυς, απλελυκ, α απλυ̨ς