λιχμο
Anthologica Universe Atlas / Universes / Context 34 / Weyötiss / Λεχσικον το Ϝεͱο̨τισς / λιχμο

λιχμο, /likʰ.mɔ/, v. I lick; (vulg.) I eat (perform oral sex on)

inflection: λιχμο, λιχμασηο, ελιχμας, λελιχμακ, α λιχμα