τιμο
Anthologica Universe Atlas / Universes / Context 34 / Weyötiss / Λεχσικον το Ϝεͱο̨τισς / τιμο

τιμο, /ti.mɔ/, v. I am related to; I am relevant to

etymology: τιμάω

inflection: τιμο, τιμασηο, τιμας, ττιμακ, α τιμασς