σο̨ρο
Anthologica Universe Atlas / Universes / Context 34 / Weyötiss / Λεχσικον το Ϝεͱο̨τισς / σο̨ρο

σο̨ρο, /sœ.rɔ/, v. I offer, make available

etymology: δωρέω

inflection: σο̨ρο, σο̨ρισηο, σο̨ρις, σεσο̨ρικ, α σο̨ρισς