ρεσσο
Anthologica Universe Atlas / Universes / Context 34 / Weyötiss / Λεχσικον το Ϝεͱο̨τισς / ρεσσο

ρεσσο, /re.sɔ/, v. I do, act

inflection: ρεσσο, ρεχσο, ερεχς, ρερεκ, α ρεχς